Pages

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Σύγχρονος Μικρός Πρίγκιπας: Σε έναν λαθραίο κόσμο, ζητείται νόμιμη ψυχή...

Σε έναν λαθραίο κόσμο, ζητείται νόμιμη ψυχή...

Οι λέξεις κυλούν όπως τα δάκρυα στο μαυρισμένο πρόσωπό του, "Δαίμονες αγόρι μου, εκεί κάτω...θεριστές των ψυχών μας δίχως διάκριση, έπρεπε να σώσω την οικογένειά μου, έπρεπε...αγόρι μου τους αγαπώ.". Το σώμα του καταρρέει μπρος μου και απλώνει τα χέρια του να με κρατήσει, είναι ένας άνθρωπος που ήρθε γιατί έπρεπε...και όμως εδώ αποτελεί μία λαθραία παρουσία δίχως λόγο και ψυχή. Κοιτάζω γύρω μου, παιδιά δακρυσμένα ανάμεσα σε κομμένες κούκλες και παιχνίδια τα οποία κοιτάζουν και αισθάνεσαι πως είναι η τελευταία αθωότητα που τους απέμεινε. Γυναίκες διψασμένες με ρούχα γεμάτα αλμύρα ζητούν με το βλέμμα τους την ελπίδα, καμία λύπηση δεν επιθυμούν, είναι οι δυνατές εκείνες γυναίκες που έζησαν τον πόλεμο και έφυγαν για να προστατεύσουν την ιερή τους οικογένεια. Πιο κάτω συναντά το βλέμμα μου δύο φιγούρες ηλικιωμένων που ακόμη και τη στιγμή αυτή ο έρωτας τους κρατάει ακόμη από το χέρι, βαδίζουν αργά την είσοδο του κέντρου μεταναστών και τα εγγόνια τους κρατούν γερά τα βήματά τους, τα κοιτάζουν και βαθιά μέσα τους γνωρίζουν πως γι αυτά τα έκαναν όλα και ότι και αν περνούν απλά άξιζε...για εκείνα. Μένω βυθισμένος σε σκέψεις... 

Πυρετός αναβλύζει από κάποια παιδικά προσωπάκια που γυρεύουν τη μητέρα τους, η οποία βρίσκεται στους πόνους της γέννας σε μια νέα πατρίδα, στους λευκούς διαδρόμους ενός νοσοκομείου μόνη να στέκει με την εικόνα της λαθραίας, παρότι αποτελεί εκείνη που φέρει την ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου, τι ειρωνεία... Άραγε αυτό το παιδί θα το φωνάζει κανείς "Έλληνα"; Προσπαθώ να ανασάνω μέσα από τα χέρια που σε τυλίγουν και σε παρακαλούν να μην σταλούν πίσω σε μία χώρα σφαγής δίχως τέλος. Ξαφνικά η φωνή ενός αστυνομικού επιπλήττει με έντονο ύφος τη παρουσία του άνδρα που ζητά απεγνωσμένα να δει την γυναίκα του που βρίσκεται στο νοσοκομείο, σχεδόν τον απειλεί. Η απόφασή μου να βρεθώ ανάμεσά τους και να ζητήσω τον λόγο από τον αστυνομικό, προκαλεί την αντίδρασή του και μία χυδαία φρασεολογία προς το μέρος μου, σιωπώ κι εκείνος απομακρύνεται, ευτυχώς. Ο άνδρας με κοιτά και δακρύζει "Όλα καλά αδελφέ μου, σε ευχαριστώ" και τείνει να σκύψει και να μου φιλήσει τα χέρια, εμένα τον πιο αμαρτωλό που θέλει να λέγεται άνθρωπος. Τον διακόπτω σκύβωντας κι εγώ μαζί του, χαμογελώ. Εκείνη την στιγμή η κόρη του τρέχει και με αγκαλιάζει με δάκρυα στα μικρά γαλανά ολοστρόγγυλα ματάκια της, μου χαιδεύει το πρόσωπο και μου βάζει στη θέση της καρδιάς μου ένα μικρό βιβλιαράκι. "Για εμένα;"... και η μελωδική μα φοβισμένη ακόμη φωνή της μου λέει "....ναι." Το κοιτάζω, είναι οι προσευχές της, εκείνες οι ελπίδες που τυλίγονται σε κάθε θρησκεία. Θέλω να δακρύσω, μα δεν μπορώ μπροστά της, οφείλω να είμαι δυνατός για εκείνη, δεν την λυπάμαι, λυπάμαι εμένα... 

 Έχουν περάσει ώρες πολλές προσπαθώντας να βοηθήσουμε τις ψυχές των ανθρώπων ενός εμφυλίου πολέμου που μένεται εδώ και μήνες τώρα στη Συρία, ώσπου κάποια στιγμή αποφασίζω να βγω έξω από το κτίριο στο οποίο φιλοξενούνται και να πάρω μία βαθιά ανάσα ατενίζοντας τα φώτα της πόλης. Συνειδητοποιώ... 

Μάθαμε δυστυχώς να κρυβόμαστε πίσω από το φόβο μας, να γινόμαστε εν δυνάμει ρατσιστές. Ζωντανοί - νεκροί ενός λαθραίου κόσμου της ηθικής και η νόμιμη ψυχή που μιλά γι' αγάπη; .... ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ. 

Παναγιώτης - Θεοτόκης Λάκκας

Δεν υπάρχουν σχόλια: